Book Creator

Μαξιλάρια 2

by Maria Maliada

Cover

Loading...
Loading...
Τα μαγικά μαξιλάρια 2ο
Loading...
Τριβιζάς Ευγένιος
Loading...
Loading...
Σαυτή τη χώρα ζούσε κι ένας δάσκαλος που τον λέγανε Αντώνη. Κάθε απόγευμα, όταν γύριζε από το σχολείο στο σπίτι του ο Αντώνης, συνήθιζε να σταματάει σ' ένα πέτρινο γεφύρι κάπου στα μισά του δρόμου. Εκεί κάτω από το γεφύρι φύτρωνε μια παπαρούνα, κατακόκκινη σαν φλόγα, ολόδρoση σαν την ελπίδα. Ο Αντώνης κατέβαινε στο ξεροπόταμο, κοιτούσε την παπαρούνα με συλλογισμένα μάτια και σκεφτόταν ότι, δεν μπορεί, θα 'ρθουνε κάποτε ξανά οι καλές οι μέρες. 

Εκείνη τη μέρα όμως, όπως ζύγωνε στο πέτρινο γεφύρι, άκουσε κουβέντες. Κοντοστάθηκε κι έστησε αυτί. Ήταν δυο φρουροί απ' το παλάτι. 
- Κάπου δω πρέπει να βρίσκεται η παπαρούνα, έλεγε ο ένας. Την είδε σήμερα το πρωί με το τηλεσκόπιό του ο Αρπατίλαος. Αποκλείεται να κάνει λάθος! 
Ακούστηκε ένα χαρχάλεμα, σαν να 'ψαχναν στα χόρτα. Ο Αντώνης δεν τολμούσε ούτε ν' ανασάνει. 
- Να τη. Εδώ είναι, ακούστηκε η φωνή του πρώτου φρουρού. 
Είχε καταφέρει, καθώς φαίνεται, να εντοπίσει την καταδικασμένη παπαρούνα. 
– Ωραία! Ράντισε την καλά. Ρίξε μπόλικο φαρμάκι. 
- Μπόλικο ρίχνω, ρίχνω. Δε βλέπεις; –

Μαράθηκε; – Ουουου! Να 'ταν κι άλλη!
Σφίχτηκε η καρδιά του Αντώνη. 
- Ωραία, είπε ο πρώτος φρουρός. Πάει κι αυτό. Πάμε τώρα να παίξουμε ζάρια στην ταβέρνα. 
- Ζάρια; Δεν έχουμε δουλειά σήμερα; Δε θα συλλάβουμε κανέναν ύποπτο; Δε θα ερευνήσουμε κανένα σπίτι; Δε θα μαζέψουμε καμιά μπανανόφλουδα; Δε θα ετοιμάσουμε κομπρέσες για τα καρούμπαλα του Αρπατίλαου; 
- Αστειεύεσαι; Πάνε αυτά. Ας είναι καλά τα εφιαλτικά μαξιλάρια. Από τότε που άρχισαν να τα χρησιμοποιούν τα κουτορνίθια, βρήκαμε την ησυχία μας. Κανείς δεν παραπονιέται, όταν του αρπάζουμε το βιος του. Τέρμα οι διαμαρτυρίες. 
- Αυτό να μου πεις! Σπουδαίος μάγος ο Σαυρίλιος Βρισελιέ! 
- Σπουδαίος δε λες τίποτα! Με κάτι τέτοιους μάγους πάει μπροστά ο τόπος! 
Πνίγοντας το θόρυβο των βημάτων του και βαστώντας την αναπνοή του ο Αντώνης απομακρύνθη κε χωρίς να τον πάρουν είδηση και συνέχισε το δρόμο του. 

Μόλις έφτασε στο σπίτι του, μαντάλωσε την ξώπορτα και έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Τράβηξε τις κουρτίνες και στην τρεμουλιαστή φλόγα του λυχναριού έβγαλε το μαξιλάρι του από τη μαξιλαροθήκη. Το ζύγιασε στα χέρια του. Το κοίταξε καλά καλά. Πήρε ύστερα το σουγιά του και έσχισε λίγο μια ακρούλα. Πισωπάτησε πνίγοντας μια κραυγή φρίκης. Κόπηκαν τα γόνατά του και τα δάχτυλά του άρχι σαν να τρέμουν. Σκούπισε με την παλάμη τον παγωμένο ιδρώτα που κυλούσε στο μέτωπό του και γρήγορα γρήγορα ξανάραψε το μαξιλάρι, το έβαλε στη μαξιλαροθήκη και το ακούμπησε ξανά στη θέση του. 
Δεν έκλεισε μάτι εκείνο το βράδυ ο Αντώνης. Καθισμένος στο τραπέζι του, κοιτούσε τη φλόγα του κεριού, που τρεμοσβηνε, και συλλογιόταν. Στο νου του αναφτερούγιζαν θύμησες παλιές, ενώ απ' έξω ηχούσαν στο πλακόστρωτο τα βαριά βήματα των φρουρών που περιπολούσαν στους γύρω δρόμους. 

Το άλλο πρωί, όταν πήγε στο σχολείο, έβαλε ένα μαθητή να φυλάει τσίλιες στην είσοδο και διηγήθηκε στα παιδιά την ανακάλυψή του. 
- Αυτά κι αυτά... Το και το... Γι' αυτό μας βασανίζουνε ολονυχτίς οι εφιάλτες. Γι' αυτό μας πνί γει η αγωνία. Γι' αυτό στριφογυρνάμε στα στρώμα τα μας. Για να βρει ο Αρπατίλαος την ησυχία του, μας στερεί τα όνειρά μας. 
- Δεν μπορώ άλλο. Δεν αντέχω να βλέπω κάθε βράδυ εφιάλτες! είπε ο Θόδωρος, ο μικρότερος της τάξης, κι έμπηξε τα κλάματα. 
- Κουράγιο! τον παρηγόρησε ο Αντώνης. Με τα κλάματα δε βγαίνει τίποτα. Αν προσπαθήσουμε ό λοι μαζί, δεν μπορεί, κάτι θα σκεφτούμε. 
– Έχω μια ιδέα! είπε η Μυρτώ. Ξέρω τι πρέπει να κάνουμε. 
Ήταν ένα αδύνατο μικρόσωμο κοριτσάκι με μεγάλα γαλανά μάτια. Ο πατέρας της δούλευε στα αδαμαντωρυχεία και η μητέρα της στα πλεκτήρια συρματοπλεγμάτων, 
– Τι πρέπει να κάνουμε; ρώτησαν όλοι με μια φωνή. 
- Να μην κοιμόμαστε στα κρεβάτια μας το βράδυ! πρότεινε η Μυρτώ. 
- Δεν είναι κι άσχημη ιδέα! είπε ρουφώντας τη μύτη του ο Θόδωρος. 
- Να κοιμόμαστε στην μπανιέρα! φώναξε ενθουσιασμένος ο Θανάσης από το δεύτερο θρανίο. 
- Ας το δοκιμάσουμε, συμφώνησε ο Αντώνης. Δε χάνουμε τίποτε. 

PrevNext